Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συσκοτασμός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συσκέπω
συσκευάζω
συσκευασία
συσκευαστής
συσκευή
συσκευοφορέω
συσκευωρέομαι
συσκευώρημα
σύσκεψις
συσκηνάω
συσκηνέω
συσκηνήτρια
συσκηνία
συσκήνια
συσκήνιον
συσκήνιος
σύσκηνος
συσκηνόω
συσκήνωσις
συσκιάζω
συσκίασις
συσκίασμα
συσκιασμός
σύσκιος
συσκιρόομαι
συσκιρρόομαι
συσκιρτάω
συσκολύπτομαι
συσκοπέω
συσκοτάζω
συσκοτασμός
συσκοτόομαι
συσκυθρωπάζω
συσκύλλομαι
συσκυλόω
συσμαραγέω
συσμηρίζω
συσμικρύνω
συσπαράσσω
συσπαράττω
σύσπασις
σύσπαστος
συσπάω
συσπειράω
συσπειρόω
συσπείρω
συσπένδω
συσπεύδω
συσπιλόω
Συσπιρῖτις
συσπλαγχνεύω
συσποδόω
σύσπονδος
σύσπορος
συσπουδάζω
συσπουδαστικός
συσσαίνομαι
συσσαίνω
συσσαραπιαστής
συσσαρκία
συσσαρκόομαι
…
συσκοτασμός
Save
Bailly 2024
συσκοτασμός,
οῦ
(
ὁ
) commencement d’obscurité,
Orig.
3, 392 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}