τάρροθος
τάρροθος, ὁ,
- = ἐπιτάρροθος, Lyc. 360,400, al.
τάρροθος, ου (ὁ, ἡ) c. ἐπιτάρροθος, Lyc. 360, 400, etc.
τάρροθος, ὁ, = dem gebräuchlichern ἐπιτάρροθος, nur Lycophr. 360, 400, 1040, 1346.