τάρσωμα
τάρσ-ωμα, Att. τάρρωμα, ατος, τό,
- = ταρσός: pl., = οἱ στίχοι τῶν κωπῶν, Poll. 1.93.
- II = κωπηλασία, Ar. Fr. 868.
τάρσωμα, att. τάρρωμα, ατος (τὸ) rangée de rames, d’où mouvement des rames, Ar. fr. 686.
Étym. ταρσόω.
τάρσωμα, τό, att. τάρρωμα, = ταρσός. – Auch = κωπηλασία, Ar. bei Phot.