ταγαρίζα
ταγαρίζα, supplies
ταγαρίζα, τά,
- perh. = *ταγαρίδια, pl. of Dim. of ταγή 5, supplies, or = τὰ γαρίζα, = *γαρίδια, Dim. of γάρος, POxy. 1158.12 (iii A.D.).