Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τάγευμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ταβιτί
τάβλα
ταβλάριος
ταβλίζω
ταβλίον
ταβλιόπη
ταβλιστήριον
ταβλιστής
τάβλον
ταβλοπάροχος
τάβλωμα
ταβλωτός
ταβυρίτης
ταγά
τἀγαθά
τἀγαθόν
Ταγαί
ταγαῖος
τἀγαμέμνονος
ταγαρίζα
ταγατίζων
ταγγή
ταγγίασις
ταγγίζω
ταγγός
τάγγος
τάγγω
τάγε
ταγεία
ταγείς
τάγευμα
ταγεύω
ταγέω
ταγή
ταγήν
ταγηνάριον
ταγηνίας
ταγηνίζω
ταγήνισις
ταγηνισταί
ταγηνιστός
ταγηνίτης
ταγηνοκνισοθήρας
ταγηνοκνισσοθήρας
τάγηνον
ταγηνοστρόφιον
ταγηνόστροφον
τάγης
τάγιλος
τἄγκιστρα
τάγμα
ταγματαρχέω
ταγματάρχης
ταγματικός
ταγμάτιον
ταγός
Τάγος
ταγοῦχος
τάγυρι
ταγύριον
τάγχαρας
…
τάγευμα
Save
LSJ
τάγευμα, ατος, τό, dub. l. in
A.
Myrm.
in
PSI
11.1211.14.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}