τατάομαι
τᾱτάομαι, Dor. for τητάομαι. τᾶτες, v. τῆτες.
τᾱτάομαι
- 1be deprived of c. gen. “οἴχεται τιμὰ φίλων τατωμένῳ φωτί” N. 10.78