About
Menu

τάρφος

τάρφος, a thicket

τάρφ-ος, εος, τό,
  • thicket, βαθείης τάρφεσιν ὕλης Il. 5.555; βαθέης ἐν τ. ὕλης 15.606; μνιόεντα βυθοῖο τάρφεα A.R. 4.1238. (From τρέφω thicken.)

Saved

Recent