τεναγῖτις
τεναγῖτις, shallow
τενᾰγ-ῖτις, ιδος, fem. Adj.
- shallow, AP 9.551 (Antiphil.).
τεναγῖτις, ίτιδος, acc. ῖτιν [ᾰῑτῐδ] adj. f. qui forme des bas-fonds, Anth. 9, 551.
Étym. τέναγος.
τεναγῖτις, ιδος, fem. zu τεναγίτης.
τεναγῖτις
τενᾰγῖτις, ιδος,
- fem. adj. shallow, Anth. from τένᾰγος