τεύθριον Save LSJ Bailly 2024 τεύθριον, τό, = πόλιον, Dsc. 3.110. 2 = ἐρυθρόδανον, ib. 143. τεύθριον, ου (τὸ) autre n. de la plante πόλιον, Diosc. 3, 124.