τεύκτωρ
τεύκ-τωρ, ορος, ὁ,
- = τευκτήρ, Man. 4.422: pl., Id. 2.333.
τεύκτωρ, ορος (ὁ) fabricateur, constructeur, Man. 4, 423.
Étym. τεύχω.
τεύκτωρ, ορος, ὁ, = τευκτήρ, ἱστοπόνος, Maneth. 4.423.