τοιχίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape τοιχ-ίδιον, τό, Dim. of τοῖχος, Anon. Prog. ap. Rh. 1.642 W. τοιχίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petit mur, Rhét. 1, 642, 5 W. τοιχίδιον, τό, = τοιχίον, Eust.