τοιχορύκτης Save LSJ Pape τοιχ-ορύκτης, ου, ὁ, = τοιχωρύχος, Sch.Pi.metr.p.13 Boeckh, Phot., Suid. τοιχορύκτης, ὁ, = τοιχωρύχος, vgl. Lobeck Phryn. p. 232.