τραγῳδιοδιδάσκαλος Save Bailly 2024 Pape τραγῳδιο·διδάσκαλος, ου (ὁ) [ᾰῐδκᾰ] c. τραγῳδοδιδάσκαλος, Luc. Cal. 1 ; Ath. 699b. τραγῳδιοδιδάσκαλος, ὁ, = τραγῳδοδιδάσκαλος, Alex.Aetol. bei Athen. XV.699b.