τραγῳδογράφος Save LSJ Bailly 2024 τρᾰγῳδο-γράφος [γρᾰ], ὁ, = τραγῳδιογράφος, IG 12(5).433 (Paros, i A. D.). τραγῳδο·γράφος, v. τραγῳδιογράφος.