τραγοπτισάνη
τραγοπτισάνη, gruel made from spelt
τρᾰγο-πτῐσάνη [σᾰ], ἡ,
- gruel made from τράγος III, Cael.Aur. TP 3.2.
τραγο·πτισάνη, ης (ἡ) [ᾰῐᾰ] = lat. tragoptisana, tisane de gruau, C. Aur. Chron. 3, 2, p. 441.
τραγοπτισάνη, Ptisane von τράγος 5, Sp.