τριακονταπλάσιος
τριακονταπλάσιος, thirty-fold
τρῐᾱκοντᾰ-πλάσιος [πλᾰ], ον,
- thirty-fold, Archim. Aren. 1.9, Gal. 5.47, Procl. Hyp. 3.61; also τρῐᾱκοντᾰ-πλᾰσίων, ον, gen. ονος, Archim. Aren. 2.1.
τριακοντα·πλάσιος, ος, ον [ᾱτᾰᾰ] trente fois aussi grand, Archim.
Étym. τρ. -πλάσιος.
τριακονταπλάσιος, [ᾱκ], = τριακονταπλασίων.