τριακονταετής Save Bailly 2024 Pape τριακοντα·ετής, ής, ές [ᾱκ] c. le préc. Plat. Leg. 961b ; DH. 2, 67. τριακονταετής, [ᾱκ], ές, dreißigjährig, σπονδαί Thuc. 5.14, v.l. S. τριακοντούτης.