τριακοντάκωπος
τριακοντάκωπος, thirty-oared
τρῐᾱκοντά-κωπος, ον,
- thirty-oared, as Subst., [sc. ναῦς] Plb. 21.43.13 (τριακοντόκωπον codd., τριάκοντα κωπῶν Mommsen).
τριακοντά·κωπος, ος, ον [ᾱᾰ] à trente rames, Pol. 23, 36, 13.
Étym. τρ. κώπη.
τριακοντάκωπος, [ᾱκ], mit dreißig Rudern, πλοῖον Pol. 22.16.13.