About Report a problem

Menu

τριβωνιώδης

τριβωνιώδης, like a α τριβώνιον

τρῐβων-ιώδης, ες,
  • like a τριβώνιον, restored for τριβωνίδες in Hsch. s.v. λῃδιώδεις.

Saved

Recent