Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τριγκαῖος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τριβολώδης
τρίβος
τριβοῦνος
τρίβραχυς
τρίβροχος
τριβυνάριον
τρίβω
τριβώλετερ
τριβωλέτηρ
τρίβωμος
τρίβων
τριβωνάριον
τριβωνεύομαι
τριβωνικῶς
τριβώνιον
τριβωνιώδης
τριβωνοφορέω
τριβωνοφορία
τριβωνοφόρος
τριβωνώδης
τριγαμία
τρίγαμος
τριγγός
τριγένεια
τριγενής
τριγενία
τριγέννητος
τριγερήνιος
τριγέρων
τριγίγας
Τριγκαῖος
τριγκός
τριγκόω
τρῖγλα
τρίγλα
τρίγλη
τρίγληνος
τριγλίζω
τριγλίον
τριγλίς
τριγλῖτις
τριγλοβόλος
τριγλοφία
τριγλοφόρος
τριγλυφία
τρίγλυφος
τριγλώχιν
τριγλώχις
τριγμός
τρίγναθος
τριγόλας
τριγόλης
τρίγομφος
τριγονέω
τριγονία
τρίγονος
τριγράμματος
τρίγραμμος
τρίγυον
τριγχός
τριγχόω
…
Τριγκαῖος
Save
LSJ
Τριγκαῖος, cited without interpretation by
Theognost.
Can.
52.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}