τριγέννητος
τριγέννητος, thriceborn
τρι-γέννητος, ον,
- thrice-born, epith of Athena, Lyc. 519 (variously expld. by Sch.).
τριγέννητος, ου (ἡ) [ῐ] c. τριτογένεια, Lyc. 519.
τριγέννητος, dreimal, dreifach geboren, Lycophr. 519, gekünstelt statt τριτογένεια.