τριβολεκτράπελα
τριβολ·εκτράπελα, ων (τὰ) [ῐᾰπ] arguties, Ar. Nub. 1003.
Étym. τρίβολος, ἐκτράπελος.
τριβολεκτράπελα, στωμύλλειν, Ar. Nub. 990, abgedroschene Sticheleien, Witze im Munde führen, Gloss. ἀντὶ τοῦ σκληρὰ καὶ ἀπαίδευτα καὶ ἀπόβλητα. S. τρίβολος.