τριχίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape τρῐχ-ίδιον, τό, Dim. of τριχίς, Alex. 155.3. τριχίδιον, ου (τὸ) [ῐχῐδ] dim. de τριχίς, Alex. et Call. (Ath. 303a, 329a). τριχίδιον, τό, dim. von τριχίς, Ath. VII.303a, aus Alexis.