τριχοκοσμητής
τριχοκοσμητής, hairdresser
τρῐχο-κοσμητής, οῦ, ὁ,
- hairdresser, Hsch. s.v. κεροπλάστης.
τριχοκοσμητής, ὁ, der Haarschmücker, Hesych.
τριχοκοσμητής, hairdresser