τριχόμαλλος
τριχόμαλλος, hair-fleeced
τρῐχό-μαλλος, ον,
- fleecy, ὄϊς AP 9.150 (Antip.).
τριχό·μαλλος, ος, ον [ῐ] à l’épaisse toison, Anth. 9, 150.
Étym. θρίξ, μαλλός.
τριχόμαλλος, haarwollig, ὄϊς, Antip.Sid. 95 (IX.149).
τριχόμαλλος
τρῐχό-μαλλος, ον,
- hair-fleeced, Anth.