τυντλώδης
τυντλώδης, muddy
τυντλ-ώδης, ες,
- muddy, λόγος (οἷον πεπατημένος καὶ κοινός) Com.Adesp. 909.
τυντλώδης, ες, kotig, schlammig, Hesych., λόγος τ. καὶ ληρώδης, Phryn. in B.A. 65.