τυμπανοφορέομαι
τυμπανοφορέομαι, carry drums
τυμπᾰνο-φορέομαι, Med.,
- carry drums, Clearch. 10.
τυμπανο·φορέομαι-οῦμαι [ᾰ] porter un tambour, Cléarq. (Ath. 541e).
Étym. τύμπανον, φορέω.
τυμπανοφορέομαι, Pauken tragen, Clearch. bei Ath. XII.541e, μητραγυρτῶν καὶ τυμπανοφορούμενος οἰκτρῶς τὸν βίον κατέστρεψεν.