τυμπανόεις
τυμπᾰνό-εις, εσσα, εν, = foreg.; ὕδρωψ τ.,
- = τυμπανίας, Nic. Al. 342.
τυμπανόεις, όεσσα, όεν [ᾰ] c. τυμπανίας, Nic. Al. 342.
τυμπανόεις, εσσα, εν, = τυμπανοειδής, ὕδρωψ, Nic. Al. 342, s. τυμπανίας.