About Report a problem

Menu

φάλκης

φάλκης, rib

φάλκης, ου, ὁ, part of a ship,
  • rib, acc. to Poll. 1.85, 86 τὸ τῇ στείρᾳ προσηλούμενον. (Cf. ἐμφαλκόομαι.)

Saved

Recent