φαλίπτει
φαλίπτει, to be white
φαλίπτει· μωραίνει, Hsch. φαλίσσομαι, (φαλός) Pass.,
- to be white, Id. φάλκη, ἡ, bat, Id.; also = ὁ τῆς κόμης αὐχμός, Id.
φαλίπτει, to be white