φίλαιμος Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλ-αιμος, ον, = foreg., Procl. Par.Ptol. 230. φίλ·αιμος, ος, ον [ῐ] c. le préc. Procl. Ptol. p. 230. φίλαιμος, = φιλαίμων (?).