φαγεδαίνωμα Save LSJ Bailly 2024 φᾰγεδαίν-ωμα, ατος, τό, = φαγέδαινα I, Pall. Febr. 7. φαγεδαίνωμα, ατος (τὸ) [φᾰ] ulcère rongeur, Pallad. de Febr. 7. Étym. φαγεδαινόω.