φάγαινα
φάγαινα [φᾰ], ἡ,
- = ἡ μετὰ τὰς νόσους πολυφαγία, Ammon. Diff. p.136 V.
- II = φαγέδαινα I.1, Hsch.
φάγαινα, ἡ, Freßsucht, Heißhunger, – übh. = φαγέδαινα, VLL.