φαιδιμόεις
φαιδῐμ-όεις, εσσα, εν, = sq., Il. 13.686.
φαιδιμόεις, όεσσα, όεν [ῐ] c. le suiv. Il. 13, 686.
φαιδιμόεις, εσσα, εν, seltnere poet. Nebenform statt φαίδιμος, Il. 13.686 φαιδιμόεντες Ἐπειοί.
φαιδιμόεις
-εντος
[φαίδιμος.]
= φαίδιμος 2 : Ἐπειοί Il. 13.686.
φαιδιμόεις = φαίδιμος.