φαυσίμβροτος
φαυσίμβροτος, ον,
- = φαεσίμβροτος, Pi. O. 7.39.
φαυσί·μβροτος, ος, ον, c. φαεσίμβροτος, Pd. O. 7, 71.
Étym. *φαύω, βροτός.
φαυσίμβροτος, φαεσίμβροτος, Pind. Ol. 7.39, δαίμων.
φαυσίμβροτος
- 1giving light to mortals φαυσίμβροτος δαίμων Ὑπεριονίδας (φαεσίμβροτος Schr.) O. 7.39
φαυσίμβροτος
φαυσ-ίμβροτος, ον,
= φαεσίμβροτος, Pind.