φαυλίστρια
φαυλίστρια, she that despises
φαυλ-ίστρια, ἡ,
- she that despises, LXX Ze. 3.1.
φαυλίστρια, ας, adj. f. qui méprise, Spt. Soph. 3, 1.
Étym. φαυλίζω.
φαυλίστρια, ἡ, Verächterin, Spötterin, LXX.