φιαλώδης
φῐᾰλ-ώδης, ες,
- = φιαλοειδής, ποτήριον Ath. 11.488f, Sch. Ar. Ach. 1227.
φιαλώδης, ης, ες [ᾰ] c. φιαλοειδής, Ath. 488f.
Étym. φιάλη, -ωδης.
φιαλώδης, ες, zsgzn = φιαλοειδής, Ath. 488f.