φιττάκια Save LSJ Bailly 2024 Pape φιττάκια, v. πιστάκιον. 2 v. sq. φιττάκια, ων (τὰ) [ᾰκ] éol. c. ψιττάκια, Eust. 1210, 42. φιττάκια, τά, äol. statt ψιττάκια.