φλαυρότης
φλαυρότης, ητος, ἡ,
- poorness, cf. φαυλότης, Plu. Sollert. 2.962a; condemned by Poll. 4.12.
φλαυρότης, ητος (ἡ) qualité de ce qui est mauvais, vain, frivole, Plut. M. 962a.
Étym. φλαῦρος.
φλαυρότης, ητος, ἡ, att. statt φαυλότης, Poll. 4.12.
φλαυρότης, ητος, ἡ,
= φαυλότης, Plut.