φλεγμάτιον Save LSJ Bailly 2024 φλεγμ-άτιον, τό, = φλέγμα II.2, Sotad. ap. Stob. 3.22.26. φλεγμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de φλέγμα, Sotad. (Stob. Fl. 22, 26).