Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φουμῶσος
φουμῶσος, fumosus
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φορύη
φορυκαία
φορυκτός
φορύνω
φόρυς
φορύσσω
φορυτός
φορύω
φορω
Φορωνεῖδαι
φορῶς
φόσσατον
φοτεύει
φοῦ
φουάδδει
Φουβέντιος
φουγίων
φοῦιξ
Φουλβία
φουλβίν
φουλβῖνον
Φούλβιος
φουλιᾶτα
φουλίδερ
Φουλκινία
Φουλκίνιον
φούλλικλον
φούλλικλος
φουλλόμενοι
Φουλούϊος
φουμῶσος
φουμῶσος τυρός
φοῦνδα
Φουνδάνος
Φούριος
φοῦρκος
φουρνάκιος
Φουρνικάλια
φουρνίκιος
Φούρνιος
φουρνοειδής
φουρνοπλάστης
φοῦρνος
φοῦσα
φοῦσκα
Φουφίδιος
Φούφιος
φόως
φόωσδε
Φράατα
Φραάτης
Φραγγικός
Φράγγοι
Φράγγος
φράγδην
φραγέλλη
φραγέλλιον
φραγελλόω
φραγῆναι
φράγμα
φραγμίτης
…
φουμῶσος
Save
φουμῶσος, fumosus
LSJ
φουμῶσος,
= Lat.
fumosus,
τυρός
Ath.
3.113d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}