Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φοτεύει
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φορτηγός
φορτιαφόρος
φορτίζω
φορτικεύομαι
φορτικός
φορτικότης
φορτικῶς
φόρτιμος
φορτίον
φορτίς
φορτισμός
φορτοβαστάκτης
φόρτος
φορτοστόλος
Φορτουνᾶτος
φορτοφορέω
φορτοφόρος
φορτόω
φορύη
φορυκαία
φορυκτός
φορύνω
φόρυς
φορύσσω
φορυτός
φορύω
φορω
Φορωνεῖδαι
φορῶς
φόσσατον
φοτεύει
φοῦ
φουάδδει
Φουβέντιος
φουγίων
φοῦιξ
Φουλβία
φουλβίν
φουλβῖνον
Φούλβιος
φουλιᾶτα
φουλίδερ
Φουλκινία
Φουλκίνιον
φούλλικλον
φούλλικλος
φουλλόμενοι
Φουλούϊος
φουμῶσος
φουμῶσος τυρός
φοῦνδα
Φουνδάνος
Φούριος
φοῦρκος
φουρνάκιος
Φουρνικάλια
φουρνίκιος
Φούρνιος
φουρνοειδής
φουρνοπλάστης
φοῦρνος
…
φοτεύει
Save
LSJ
φοτεύει·
γεννᾷ,
Hsch.
(Cypr. for
φυτεύει
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}