χαίτωμα
χαίτωμα, a plume
χαίτ-ωμα, ατος, τό,
- plume, κράνους A. Th. 385.
χαίτωμα, ατος (τὸ) crinière d’un casque, Eschl. Sept. 385.
Étym. χαίτη.
χαίτωμα, τό, wie von χαιτόω, = χαίτη, τρεῖς κατασκίους λόφους σείει, κράνους χαίτωμα Aesch. Spt. 385.
χαίτωμα, ατος, τό,
as if from χαιτόω
- a plume, Aesch.