χηνοτροφεῖον
χηνο-τροφεῖον, τό,
- = χηνοβόσκιον, Colum. 8.1.3 (v.l. χηνο-τρόφιον).
χηνο·τροφεῖον, ου (τὸ) basse-cour pour les oies, Colum. 8, 1, 3.
Étym. χ. τρέφω.
χηνοτροφεῖον, τό, = χηνοβοσκεῖον, Sp.