χηραμών Save LSJ Bailly 2024 Pape χηρᾰμών, όνος, ὁ, = χηραμός, dat. pl. χηραμόνεσσιν Orph. A. 1266. χηραμών, ῶνος (ὁ) [ᾰ] c. le préc. Orph. Arg. 1264. χηραμών, ῶνος, ὁ, = χηραμός, Orph. Arg. 1264.