χλωρικός Save LSJ LMPG χλωρ-ικός, ή, όν, perh. f.l. for χωρικός, ἀρτεμισία PMag.Par. 1.914. χλωρικός -ή -όν verde de artemisa χρὴ δὲ στεφανῶσαι αὐτὸν στεφάνῳ ἀρτεμισίας χλωρικῆς debes adornarlo con una corona de artemisa verde P IV 914