χλώρασμα Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape χλώρ-ασμα, ατος, τό, = χλωρότης, Hp. Epid. 6.2.6. χλώρασμα, ατος (τὸ) c. χλωρότης, Hpc. 1169 ; Gal. 327d. Étym. χλωράζω. χλώρασμα -ατος, τό [χλωραίνομαι: bleek worden] geneesk. bleke kleur. χλώρασμα, τό, = χλωρότης, Galen. aus Hippocr.