χλωρόκομος
χλωρόκομος, green-leaved
χλωρό-κομος, ον,
- green-leaved, στέφανος δάφνας E. IA 759 (lyr.).
χλωρό·κομος, ος, ον, à la chevelure verdoyante ou verte, Eur. I.A. 759.
Étym. χλ. κόμη.
χλωρόκομος, grün belaubt, Eur. στέφανος δάφνας, I.A. 759.
χλωρόκομος
χλωρό-κομος, ον,
κόμη
- green-leaved, Eur.