χοιράγχη Save LSJ Bailly 2024 Pape χοιράγχη, ἡ, = ὑάγχη, Sophr. 98. χοιρ·άγχη, ης (ἡ) esquinancie des porcs, Sophr. (Dysc. Adv. p. 541) cf. ὑάγχη. Étym. χοῖρος, ἄγχω. χοιράγχη, ἡ, = ὑάγχη, Sophron. bei Apoll.