χοιραδικός
χοιραδικός, suffering from χοιράδες ΙΙ, swollen glands in neck
χοιρᾰδικός, ή, όν,
- suffering from χοιράδες (II), Aët. 12.49.
- II like χοιράδες (II), Hdn. Epim. 153.
- III χοιραδικόν, τό, name of a remedy, Orib. Fr. 91 tit.
χοιραδικός, = χοιραδικός, Hdn. Epimer. 153.